βεβαπτισμένα

βαπτίζω
dip
perf part mp neut nom/voc/acc pl
βεβαπτισμένᾱ , βαπτίζω
dip
perf part mp fem nom/voc/acc dual
βεβαπτισμένᾱ , βαπτίζω
dip
perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εξανάτριχα — και ξανάτριχα (Μ ἐξανάτριχα) επίρρ. αντίθετα προς τη συνηθισμένη κανονική κατεύθυνση τών τριχών (α. «τὰ βεβαπτισμένα αὐτοῑς νήπια σπογγίζουσιν [οι Βογόμιλοι) ἐξανάτριχα», Ζιγαβην.) β. «χτένισε τα φρύδια του ξανάστροφα, να φαίνεται αγριεμένος») …   Dictionary of Greek

  • βεβαπτισμέναι — βαπτίζω dip perf part mp fem nom/voc pl βεβαπτισμένᾱͅ , βαπτίζω dip perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.